Όταν η επιμέλεια γίνεται πεδίο διαρκούς αντιδικίας
- Middle Point

- Jan 30
- 3 min read

Σκέψεις για μια ρύθμιση που διευρύνει τη δικαστική σύγκρουση και απομακρύνει τη σταθερότητα που έχουν ανάγκη τα παιδιά
Τις τελευταίες ημέρες έχει προκληθεί έντονη - και απολύτως δικαιολογημένη - αναστάτωση στο νομικό κόσμο και στους διαζευγμένους γονείς με αφορμή τη νέα ρύθμιση που ψηφίστηκε αιφνιδιαστικά, με τη μορφή τροπολογίας σε νομοσχέδιο που αφορούσε στον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Με το άρθρο 109 του Ν. 5264/2025 προστέθηκε παρ. 2 στο άρθρο 1536 ΑΚ, ώστε η μεταρρύθμιση απόφασης για επιμέλεια/επικοινωνία να μπορεί να ζητηθεί ήδη επί πρωτόδικης απόφασης, ακόμη και αν εκκρεμεί έφεση. Έτσι, ο γονέας που διαφωνεί με την κρίση του Πρωτοδικείου ακόμη και αν έχει ήδη ασκήσει έφεση, δεν περιμένει πλέον το Εφετείο, αλλά η ίδια υπόθεση εισάγεται εκ νέου στο ίδιο δικαστήριο, χωρίς ρητό χρονικό περιορισμό και αποκλειστικά στις περιπτώσεις που το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου.
Η νέα ρύθμιση ανοίγει θεσμικά τον δρόμο για ατέρμονες δίκες, κλιμάκωση της σύγκρουσης και βαθύτερη ψυχική φθορά ολόκληρης της οικογένειας.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Δύο παράλληλες κρίσεις για το ίδιο ζήτημα, χωρίς σαφή δικονομικό έρεισμα και χωρίς απάντηση στο απολύτως κρίσιμο ερώτημα: ποια απόφαση τελικά θα κρίνει το Εφετείο; Την αρχική ή εκείνη που τη «μεταρρύθμισε»;
Μέχρι τώρα, ο κανόνας ήταν σαφής: αν ο διάδικος δεν συμφωνούσε με την πρωτόδικη απόφαση, προσέφευγε στο ανώτερο δικαστήριο, το Εφετείο, το οποίο και είχε τον «τελευταίο λόγο» σε δεύτερο βαθμό. Με τη νέα ρύθμιση, ο δικαστής καλείται να «ξαναδικάσει» την ίδια υπόθεση, ενώ ήδη την ελέγχει ιεραρχικά ανώτερο δικαστήριο, κάτι που θολώνει τα όρια μεταξύ ενδίκων μέσων και μεταρρύθμισης των δικαστικών αποφάσεων και δημιουργεί σύγχυση στο ίδιο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης.
Επιπτώσεις για την οικογένεια
Η δυνατότητα συνεχούς επιστροφής στο Πρωτοδικείο ενθαρρύνει την αντιδικία, αντί να την αποκλιμακώνει: ο «δυσαρεστημένος» γονέαςαποκτά ένα επιπλέον όπλο για να κρατά ανοιχτή τη διαμάχη, αντί να αναζητά σταθερές συμφωνίες.
Σε ένα πεδίο ήδη φορτισμένο, όπως οι οικογενειακές διαφορές, αυτό σημαίνει περισσότερες δίκες, περισσότερες διαδικασίες προσωρινής δικαστικής προστασίας, όπως είναι τα ασφαλιστικά μέτρα, περισσότερες συγκρούσεις στην καθημερινότητα των παιδιών και μόνιμο κλίμα εχθρότητας μεταξύ των γονέων.
Το συμφέρον του παιδιού στην πράξη
Η νομολογία και η θεωρία έχουν ήδη δώσει τη δυνατότητα μεταρρύθμισης αποφάσεων επιμέλειας όταν μεταβάλλονται ουσιωδώς οι συνθήκες, με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου.
Η νέα διάταξη όμως δεν συνδέεται με πραγματική μεταβολή συνθηκών, αλλά με απλή δυσφορία του γονέα έναντι μιας ακόμη δικαστικής απόφασης, μετατρέποντας το συμφέρον του παιδιού από θεμέλιο δικαστικής προστασίας σε παράπλευρη απώλεια μιας ατέρμονης γονεϊκής αντιδικίας.
Μελέτες δείχνουν ότι οι συνεχιζόμενες εντάσεις στα δικαστήρια για θέματα οικογενειακής φύσεως, αυξάνουν τον κίνδυνο ψυχιατρικών διαταραχών στα παιδιά, με τα παιδιά να γίνονται σιωπηλοί αποδέκτες της σύγκρουσης των ενηλίκων, με σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική τους ανθεκτικότητα, ενώ έρευνες συνδέουν τις παρατεταμένες δικαστικές διαδικασίες με κλονισμό της ψυχικής ισορροπίας και αίσθησης ασφάλειας, ειδικά μετά τη διάσπαση της οικογένειας.
Η χρησιμότητα του δημόσιου διαλόγου και η συνεργασία με αρμόδιους επιστημονικούς φορείς
Η διάταξη εισήχθη με τροπολογία και με ταχύτητα που δεν επέτρεψε ουσιαστικό δημόσιο διάλογο, παρότι επηρεάζει έναν από τους πιο ευαίσθητους τομείς του δικαίου.
Όταν ο νομοθέτης αλλάζει τόσο κρίσιμους κανόνες, χωρίς επαρκή διαβούλευση με φορείς, νομικούς και ψυχολόγους, αυτό πλήττει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δικαιοσύνη.
Ο ρόλος της διαμεσολάβησης στις οικογενειακές διαφορές
Η διαμεσολάβηση στις οικογενειακές διαφορές (ν. 4640/2019) αποτελεί ουσιαστική εναλλακτική απέναντι στη δικαστική αντιδικία, καθώς μετατοπίζει το βάρος από τη σύγκρουση στη συνεργασία. Σε ένα ασφαλές πλαίσιο διαλόγου, οι γονείς καλούνται να αναλάβουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση λύσεων με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, περιορίζοντας την ψυχική επιβάρυνση και ενισχύοντας την αίσθηση ασφάλειας μετά τη λύση του γάμου και τη διάσπαση της οικογένειας. Έτσι προάγονται βιώσιμες συμφωνίες που μειώνουν τη μελλοντική δικαστική εμπλοκή και συμβάλλουν στη διατήρηση λειτουργικών γονεϊκών σχέσεων.
Τι χρειάζεται πραγματικά;
Αυτό που λείπει από το οικογενειακό δίκαιο δεν είναι νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες ή περαιτέρω αφορμές για δίκες, αλλά αποτελεσματικά «φίλτρα» αποσυμφόρησης: διαμεσολάβηση στις οικογενειακές διαφορές, υποστηρικτικές δομές, συμβουλευτική γονέων και τέλος ψυχολογική στήριξη για όλη την οικογένεια.
Μια νομοθεσία που θέτει πραγματικά στο επίκεντρο το παιδί οφείλει να περιορίζει τη δικομανία, που άλλωστε μας χαρακτηρίζει ως κοινωνία και να ενθαρρύνει τη συνεργασία των γονέων με σκοπό τη διασφάλιση της σταθερότητας, της ψυχικής ασφάλειας και της ομαλής ανάπτυξης του παιδιού.
*Η Νανά Παπαδογεωργάκη είναι Δικηγόρος Αθηνών, LLM Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια & Διαπραγματεύτρια, Εκπαιδεύτρια Διαμεσολαβητών





Comments